Akro
Akro
Courses Archive About

Greek · Grammars

Elementary Greek Grammar: PART VI: APPENDIX

Elementary Greek Grammar by WIlliam W. Goodwin, Ph.D., LL.D., Eliot Professor of Greek literature in Harvard College. Revised and enlarged edition. Boston: published by Ginn & Company, 1887.

Pages 329–360 of the book.

Κ

Καθαίρω (καθαρ-), purify, καθαρῶ, ἐκάθηρα and ἐκάθαρα, κεκάθαρμαι, ἐκαθάρθην; καθαροῦμαι, ἐκαθηράμην. (4.)

Καθέζομαι (ἑδ-), sit down, imp. ἐκαθεζόμην, f. καθεδοῦμαι. See ἕζομαι.

Καθεύδω, sleep, imp. ἐκάθευδον and καθηῦδον [Epic καθεῦδον], § 103, Note; fut. (ε-) καθευδήσω (§ 109, 3). See εὕδω.

Καθίζω, set, sit, f. καθιῶ (for καθίσω), καθιζήσομαι; a. ἐκάθισα or καθῖσα, ἐκαθισάμην. See ἵζω. For κάθημαι, see ἧμαι.

Καίνυμαι for καδ-νυμαι (καδ-), excel, p. κέκασμαι [Dor. κεκαδ-μένος]. (II.)

Καίνω (καν-), kill, f. κανῶ, 2 a. ἔκανον, 2 p. κέκονα. Chiefly poetic. (4.)

Καίω (καυ-), or κάω, burn; καύσω; ἔκαυσα, poet. ἔκεα [Epic ἔκηα]; κέκαυκα, κέκαυμαι, ἐκαύθην, καυθήσομαι, [2 a. ἐκάην;] fut. mid. καύσομαι (rare). (4.)

Καλέω (καλε-, κλε-), call, f. καλῶ (rarely καλέσω); ἐκάλεσα, κέκληκα, κέκλημαι (opt. κεκλῇο, κεκλήμεθα), ἐκλήθην, κληθήσομαι; fut. m. καλοῦμαι, a. ἐκαλεσάμην; fut. pf. κεκλήσομαι. § 109, 1, N. 2; § 118, 1, N.

Καλύπτω (καλυβ-), cover, καλύψω, ἐκάλυψα, κεκάλυμμαι, ἐκαλύφθην, καλυφθήσομαι; aor. m. ἐκαλυψάμην. In prose chiefly in compounds. (3.)

Κάμνω (καμ-), labor, καμοῦμαι, κέκμηκα [Ep. part. κεκμηώς]; 2 a. ἔκαμον, [Ep. ἐκαμόμην.] (5.)

Κάμπτω (καμπ-), bend, κάμψω, ἔκαμψα, κέκαμμαι (§ 16, 3, N.; § 97, N. 3), ἐκάμφθην. (3.)

Κατηγορέω, accuse, regular except in omission of the augment, κατηγόρουν, &c. See § 105, 1, N. 2.

[(Καφ-), pant, stem with Hom. perf. part. κεκαφηώς; cf. τεθνηώς.]

[Κεδάννυμι, Ep. for σκεδάννυμι, scatter, ἐκέδασσα, ἐκεδάσθην.] (II.)

Κεῖμαι, lie, κείσομαι; see § 127.

Κείρω (κερ-), shear, f. κερῶ, a. ἔκειρα [poet. ἔκερσα], κέκαρμαι, [(ἐκέρθην) κερθείς; 2 a. p. ἐκάρην;] f. m. κεροῦμαι, a. m. ἐκειράμην [w. poet. part. κερσάμενος.] (4.)

[Κέκαδον, deprived of, caused to leave, κεκαδόμην, retired, κεκαδήσω, shall deprive; reduplicated Hom. forms of χάζω.] § 100, N. 3. See χάζω.

Κελεύω, command, κελεύσω, ἐκέλευσα, κεκέλευκα, κεκέλευσμαι, ἐκελεύσθην. § 109, 2. Mid. chiefly in compounds.

Κέλλω (κελ-), land, κέλσω, ἔκελσα. Poetic. See ὀκέλλω. (4.)

Κέλομαι, order, [Ep. (ε-) κελήσομαι, ἐκελησάμην; 2 a. m. κεκλόμην or ἐκεκλόμην (§ 100, N. 3).] See § 110, v. N. 2. Chiefly Epic.

Κεντέω, prick, κεντήσω, ἐκέντησα, [κεκέντημαι Ion., ἐκεντήθην later, συγ-κεντηθήσομαι Hdt.]. [Hom. aor. inf. κένσαι, from stem κεντ-. (7.)]

Κεράννυμι (κερα-, κρα-), mix, ἐκέρασα [Ion. ἔκρησα], κέκραμαι [Ion. -ημαι],

ἐκράθην [Ion. -ήθην] and ἐκεράσθην; f. pass. κραθήσομαι; a. m. ἐκερασάμην. (II.)

Κερδαίνω (κερδαν-), gain, f. κερδανῶ [Ion. κερδανέω and κερδήσομαι], ἐκέρδανα [Ion. -ηνα or ησα], -κεκέρδηκα (κερδᾱ-, § 109, 6). (4.)

Κεύθω (κυθ-), hide, κεύσω, [ἔκευσα;] 2 p. κέκευθα (as pres.); [Ep. 2 a. κύθον, subj. κεκύθω.] (2.)

Κήδω (κᾰδ-), vex, (ε-) [κηδήσω, -ἐκήδησα; 2 p. κέκηδα]. Mid. κήδομαι, sorrow, ἐκηδεσάμην, [Ep. fut. pf. κεκαδήσομαι.] (2.)

Κηρύσσω (κηρυκ-), proclaim, κηρύξω, ἐκήρυξα, κεκήρυχα, κεκήρυγμαι, ἐκηρύχθην, κηρυχθήσομαι; κηρύξομαι, ἐκηρυξάμην. (4.)

[Κίδνημι, spread, Ion. and poetic for σκεδάννυμι.] (I.)

[Κίνυμαι, move, pres. and imp.; as mid. of κινέω. Epic.] (II.)

Κίρνημι and κιρνάω: see κεράννυμι.

Κιχάνω (κιχ-), find, (ε-) κιχήσομαι, [Ep. ἐκιχησάμην]; 2 a. ἔκιχον [and ἐκίχην like ἔστην]. Poetic. (5.)

Κίχρημι (χρᾱ-), lend, [χρήσω Hdt.], ἔχρησα, κέχρημαι; ἐχρησάμην. (I.)

Κλάζω (κλαγγ-, κλαγ-), clang, κλάγξω, ἔκλαγξα; 2 p. κέκλαγγα [Ep. κέκληγα, part. κεκλήγοντες;] 2 a. ἔκλαγον; fut. pf. κεκλάγξομαι. (4.)

Κλαίω and κλάω (κλαυ-), weep, κλαύσομαι (rarely κλαυσοῦμαι, sometimes κλαιήσω or κλαήσω), ἔκλαυσα and ἐκλαυσάμην, κέκλαυμαι; fut. pf. (impers.) κεκλαύσεται. (4.)

Κλάω, break, ἔκλασα, κέκλασμαι, ἐκλάσθην; [2 a. pt. κλάς.] § 109, 2.

Κλείω, shut, κλείσω, ἔκλεισα, κέκλειμαι or κέκλεισμαι, ἐκλείσθην, κλεισθήσομαι; fut. pf. κεκλείσομαι; a. m. ἐκλεισάμην. [Ion. pres. Κληίω, ἐκλήϊσα, κεκλήϊμαι, ἐκληΐσθην or ἐκληίθην.] Older Attic Κλῄω, κλῄσω, ἔκλῃσα, -κέκλῃκα, κέκλῃμαι, -ἐκλήσθην.

Κλέπτω (κλεπ-), steal, κλέψω (rarely κλέψομαι), ἔκλεψα, κέκλοφα, κέκλεμμαι, (ἐκλέφθην) κλεφθείς; 2 a. p. ἐκλάπην. § 109, 3, N. 2. (3.)

Κλίνω (κλιν-), bend, incline, κλινῶ, ἔκλινα, [κέκλικα, later,] κέκλιμαι, ἐκλίθην [Ep. ἐκλίνθην], κλιθήσομαι; 2 a. p. ἐκλίνην, f. κλινήσομαι; fut. m. κλινοῦμαι, a. ἐκλινάμην. § 109, 6. (4.)

Κλύω, hear, imp. ἔκλυον (as aor.); 2 a. imper. κλῦθι, κλῦτε [Ep. κέκλυθι, κέκλυτε]. Poetic.

Κναίω, scrape (in compos.), -κναίσω, -ἔκναισα, -κέκναικα, -κέκναισμαι, -ἐκναίσθην, -κναισθήσομαι. Also κνάω, with αε, αη contracted to η, and αει, αῃ to (§ 98, N. 2).

Κόπτω (κοπ-), cut, κόψω, ἔκοψα, -κέκοφα [2 p. κεκοπώς Epic], κέκομμαι; 2 aor. p. ἐκόπην, 2 fut. p. κοπήσομαι; fut. pf. -κεκόψομαι; aor. m. ἐκοψάμην. (3.)

Κορέννυμι (κορε-), satiate, [f. κορέσω Hdt., κορέω Hom.,] ἐκόρεσα, κεκόρεσμαι [Ion. -ημαι], ἐκορέσθην; [Ep. 2 p. pt. κεκορηώς, a. m. ἐκορεσάμην.] (II.)

Κορύσσω (κορυθ-), arm, [aor. κόρυσσε and κορυσσάμενος (Hom.), pf. p. κεκορυθμένος.] Poetic, chiefly Epic. (4.)

[Κοτέω, be angry, aor. ἐκότεσα, ἐκοτεσάμην, 2 pf. pt. κεκοτηώς, angry, Epic.]

Κράζω (κραγ-), cry out, fut. pf. κεκράξομαι (rare), 2 pf. κέκραγα (imper. κέκραχθι), 2 a. -ἔκραγον. (4.)

Κραίνω (κραν-), accomplish, κρανῶ, ἔκρανα [Ion. ἔκρηνα], ἐκράνθην, κρανθήσομαι; f. m. κρανοῦμαι; p. p. 3 sing. κέκρανται (cf. πέφανται, § 97, Note 3, d). Ionic and poetic. [Epic κραιαίνω, aor. ἐκρήηνα, pf. and plp. κεκράανται and κεκράαντο; ἐκραάνθην (Theoc.).] (4.)

Κρέμαμαι, hang, (intrans.), κρεμήσομαι. (I.)

Κρεμάννυμι (κρεμα-), hang, (trans.), κρεμῶ (for κρεμάσω), ἐκρέμασα, ἐκρεμάσθην; [ἐκρεμασάμην.] (II.)

Κρήμνημι, suspend, mid. κρήμναμαι; only in pres. and impf. Poetic. (I.)

Κρίζω (κριγ-), creak, squeak, [2 a. (ἔκρικον) 3 sing. κρίκε;] 2 p. (κέκριγα) κεκριγότες, squeaking. (4.)

Κρίνω (κριν-), judge, f. κρινῶ, ἔκρινα, κέκρικα, κέκριμαι, ἐκρίθην [Ep. ἐκρίνθην], κριθήσομαι; fut. m. κρινοῦμαι, a. m. [Ep. ἐκρινάμην.] § 109, 6. (4.)

Κρούω, beat, κρούσω, ἔκρουσα, κέκρουκα, -κέκρουμαι and -κέκρουσμαι, ἐκρούσθην; -κρούσομαι, ἐκρουσάμην.

Κρύπτω, (κρυβ-, κρυφ-), conceal, κρύψω, &c. regular; 2 a. p. ἐκρύφην (rare), 2 f. κρυφήσομαι or κρυβήσομαι. (3.)

Κτάομαι, acquire, κτήσομαι, ἐκτησάμην, κέκτημαι or ἔκτημαι, possess (subj. κεκτῶμαι, opt. κεκτήμην or κεκτῴμην), ἐκτήθην (as pass.); κεκτήσομαι (rarely ἐκτ-), shall possess. § 118, 1, Note.

Κτείνω (κτεν-), kill, f. κτενῶ [Ion. κτενέω, Ep. also κτανέω], a. ἔκτεινα, (p. ἔκταγκα, rare), 2 p. ἔκτονα; [Ep. ἐκτάθην;] 2 a. ἔκτανον (ἔκταν poet. § 125, 3); 2 a. m. poet. ἐκτάμην (as pass.); [Ep. fut. m. κτανέομαι.] § 109, 3, 4 (w. N. 1), 5. In Attic prose ἀποκτείνω is generally used. (4.)

Κτίζω (κτιδ-), found, κτίσω, ἔκτισα, ἔκτισμαι, ἐκτίσθην; [aor. m. ἐκτισάμην (rare)]. (4.)

Κτίννυμι and κτιννύω, in compos., only pres. and impf. See κτείνω. (II.)

Κτυπέω (κτυπ-), sound, cause to sound, ἐκτύπησα, [2 a. ἐκτύπον.] (7.)

Κυλίω, more frequently κυλίνδω or κυλινδέω, roll, ἐκύλισα, κεκύλισμαι, ἐκυλίσθην, -κυλισθήσομαι.

Κυνέω (κυ-), kiss, ἔκυσα. (5.) Προσ-κυνέω is generally regular.

Κύπτω (κυφ-), stoop, κύψω and κύψομαι, aor. ἔκυψα, pf. κέκυφα. (3.)

Κύρω, meet, chance, κύρσω, ἔκυρσα. Κυρέω is regular.

Λ

Λαγχάνω (λαχ-), obtain by lot, λήξομαι [Ion. λάξομαι], εἴληχα, [Ion. and poet. λέλογχα,] (εἴληγμαι) εἰληγμένος, ἐλήχθην; 2 a. ἔλαχον [Ep. λέλ-]. (5.)

Λαμβάνω (λαβ-), take, λήψομαι, εἴληφα, εἴλημμαι (poet. λέλημμαι), ἐλήφθην, ληφθήσομαι; 2 a. ἔλαβον, ἐλαβόμην [Ep. inf. λελαβέσθαι.] [Ion. λάμψομαι, λελάβηκα, λέλαμμαι, ἐλάμφθην; Dor. fut. λαψοῦμαι.] (5.)

Λάμπω, shine, λάμψω, ἔλαμψα, 2 pf. λέλαμπα; fut. m. -λάμψομαι Hdt.].

Λανθάνω (λαθ-), poet. λήθω, lie hid, escape the notice of (some one), λήσω, [ἔλησα], 2 p. λέληθα [Dor. λέλαθα,] 2 a. ἔλαθον [Ep. λέλαθον.] Mid. forget, λήσομαι, λέλησμαι [Hom. -ασμαι], fut. pf. λελήσομαι, 2 a. ἐλαθόμην [Ep. λελαθόμην.] (5.)

Λάσκω for λακ-σκω (λακ-), speak, (ε-) λακήσομαι, ἐλάκησα, 2 p. λέλακα [Ep. λέληκα w. fem. part. λελακυῖα;] 2 a. ἔλακον [λελακόμην]. Poetic. § 108, vi. N. 3. (6.)

[Λάω, λῶ, wish, λῇς, λῇ, &c.; Infin. λῆν. § 98, N. 2. Doric.]

Λέγω, say, λέξω, ἔλεξα, λέλεγμαι (δι-είλεγμαι), ἐλέχθην; fut. λεχθήσομαι, λέξομαι, λελέξομαι, all passive. For pf. act. εἴρηκα is used (see εἶπον).

Λέγω, gather, arrange, count (Attic only in comp.), λέξω, ἔλεξα, εἴλοχα, εἴλεγμαι or λέλεγμαι, ἐλέχθην (rare); 2 a. p. ἐλέγην, f. λεγήσομαι. [2 a. m. ἐλέγμην (λέκτο, imper. λέξο, inf. λέχθαι, pt. λέγμενος).] [The Hom. forms λέξομαι, ἐλεξάμην, ἔλεξα, and ἐλέγμην, in the sense put to rest, rest, are generally referred to stem λεχ-, whence λέχος, &c.]

Λείπω (λιπ-), leave, λείψω, λέλειμμαι, ἐλείφθην; 2 p. λέλοιπα; 2 a. ἔλιπον, ἐλιπόμην. See § 95 and § 96. (2.)

[Λελίημαι, part. λελιημένος, eager (Hom.).]

Λεύω, stone, generally κατα-λεύω; -λεύσω, -ἔλευσα, ἐλεύσθην, -λευσθήσομαι. § 109, 2.

Λήθω, poetic: see λανθάνω.

Ληΐζω (ληϊδ-), plunder, act. rare, only impf. ἐλήϊζον. Mid. ληΐζομαι (as act.), [fut. ληΐσομαι, aor. ἐληϊσάμην, Ion.]. Eurip. has ἐλῃσάμην, and pf. p. λέλῃσμαι. (4.)

Λίσσομαι or (rare) λίτομαι (λιτ-), supplicate, [ἐλισάμην, 2 a. ἐλιτόμην].

[Λοέω, Epic for λούω; λοέσσομαι, ἐλόεσσα, ἐλοεσσάμην.]

Λούω or λόω, wash, regular. In Attic writers and Herod. the pres. and imperf. generally have contracted forms of λόω, as ἔλου, ἐλοῦμεν, λούμενος.

Λύω, loose, see § 95 and § 96; [Epic 2 a. m. ἐλύμην (as pass.), λύτο and λῦτο; pf. opt. λελῦτο or λελῦντο, § 118, 1, Note.]

Μ

Μαίνω (μαν-), madden, a. ἔμηνα, 2 pf. μέμηνα, am mad, 2 a. p. ἐμάνην. Mid. μαίνομαι, be mad, [μανοῦμαι, ἐμηνάμην.] (4.)

Μαίομαι (μα-), seek, μάσομαι, ἐμασάμην. Chiefly Epic. See § 108, iv. 3, Note, and μάομαι. (4.)

Μανθάνω (μαθ-), learn, (ε-) μαθήσομαι, μεμάθηκα; 2 a. ἔμαθον. (5.)

Μάομαι, only in contract form [μῶμαι (imper. μώεο or μῶσο, inf. μῶσθαι, pt. μώμενος), desire eagerly; 2 p. (μέμαα) § 125, 4 [part. μεμαώς (-ῶτος or -ότος).] A second p. μέμονα (μεν-) supplies the singular of (μέμαα).

Μάρναμαι, fight (subj. μάρνωμαι, imp. μάρναο); a. ἐμαρνάσθην. Poetic. (I.)

Μάρπτω (μαρπ-), seize, μάρψω, ἔμαρψα [2 pf. μέμαρπα Epic]. Poetic. (3.)

Μάσσω (μαγ-), knead, μάξω, &c. regular; 2 a. p. ἐμάγην. (4.)

Μάχομαι [Ion. μαχέομαι], fight, f. μαχοῦμαι [Hdt. μαχέσομαι, Hom. μαχέομαι or μαχήσομαι], p. μεμάχημαι, a. ἐμαχεσάμην [Ep. also ἐμαχησάμην; Ep. pres. part. μαχειόμενος or μαχεούμενος].

[Μέδομαι, think of, plan, (ε-) μεδήσομαι (rare). Epic.]

Μεθ-ίημι, send away; see ἵημι (§ 127). [Hdt. pf. pt. μεμετιμένος.]

Μεθύσκω (μεθυ-), make drunk, ἐμέθυσα, ἐμεθύσθην. See μεθύω. (6.)

Μεθύω, be drunk, only pres. and impf.

Μείρομαι (μερ-), obtain, [Ep. 2 pf. 3 sing. ἔμμορε;] impers. εἵμαρται, it is fated, εἱμαρμένη (as subst.), Fate. (4.)

Μέλλω, intend, augm. ἐμ- or ἠμ-; (ε-) μελλήσω, ἐμέλλησα.

Μέλω, concern, care for, (ε-) μελήσω [Ep. μελήσομαι, 2 p. μέμηλα]; μεμέλημαι [Ep. μέμβλεται, μέμβλετο, for μεμέληται, μεμέλητο]; (ἐμελήθην) μεληθείς. Μέλει, it concerns, impers.; μελήσει, ἐμέλησε, μεμέληκε.

Μέμονα (μεν-), desire, 2 perf. with no present. § 109, 3. Ionic and poetic. See μάομαι.

Μένω, remain, f. μενῶ [Ion. μενέω], ἔμεινα, (ε-) μεμένηκα.

Μερμηρίζω (§ 108, iv. b, N. 1), ponder, [μερμηρίξω, ἐμερμήριξα] (Attic -ἐμερμήρισα). Poetic. (4.)

Μήδομαι, devise, μήσομαι, ἐμησάμην. Poetic.

Μηκάομαι (μακ-, μηκ-), bleat, [2 a. part. μακών; 2 p. part. μεμηκώς, μεμακυῖα; 2 plp. ἐμέμηκον.] Chiefly Epic. § 108, vii. Note. (2. 7.)

[Μητιάω (Epic -όω), plan. Mid. μητιάομαι and μητίομαι (Pind.), μητίσομαι, ἐμητισάμην. Epic and Lyric.] § 108, vii. Note. (7.)

Μιαίνω (μιαν-), stain, μιανῶ, ἐμίανα [Ion. ἐμίηνα], μεμίασμαι, ἐμιάνθην, μιανθήσομαι. (4.)

Μίγνυμι (μιγ-) and μίσγω, mix, μίξω, ἔμιξα, μέμιγμαι, ἐμίχθην, μιχθήσομαι; 2 a. p. ἐμίγην, [Ep. fut. μιγήσομαι; 2 a. m. ἔμικτο and μῖκτο; fut. pf. μεμίξομαι.] (II.)

Μιμνήσκω (μνα-), remind; mid. remember; μνήσω, ἔμνησα, μέμνημαι, remember, ἐμνήσθην (as mid.); μνησθήσομαι, μνήσομαι, μεμνήσομαι; ἐμνησάμην (poet.). Μέμνημαι (memini) has subj. μεμνῶμαι, opt. μεμνῴμην or μεμνῄμην, imp. μέμνησο [Hdt. μέμνεο], inf. μεμνῆσθαι, pt. μεμνημένος. § 118, 1, Note. (6.)

[From Ep. μνάομαι come ἐμνώοντο, μνωόμενος, &c.] § 120, 1 (b).

Μίσγω, mix, pres. and impf. See μίγνυμι.

Μύζω, suck, [Ion. μυζέω, aor. -ἐμύζησα (Hom.)].

Μύζω (μυγ-), grumble, mutter, aor. ἔμυξα. Poetic. (4.)

Μυκάομαι (μυκ-), bellow, [Ep. 2 pf. μέμυκα; 2 a. μύκον;] ἐμυχησάμην. Chiefly poetic. § 108, vii. Note. (2. 7.)

Μύω, shut (the lips or eyes), aor. ἐμυσα, pf. μέμυκα.

Ν

Ναίω (να-), dwell, [ἔνασσα, ἐνασσάμην,] ἐνάσθην. Poetic. § 108, iv. 3, Note. (4.)

Νάσσω (ναδ-, ναγ-), stuff, [ἔναξα,] νένασμαι or νέναγμαι. (4.)

[Νεικέω and νεικείω, chide, νεικέσω, ἐνείκεσα. Ionic, chiefly Epic.]

Νέμω, distribute, f. νεμῶ, ἔνειμα, (ε-) νενέμηκα, νενέμημαι, ἐνεμήθην; νεμοῦμαι, ἐνειμάμην.

Νέομαι, go, come, or (as future) will go. Chiefly poetic.


1. Νέω (νυ), swim, -ἔνευσα, -νένευκα; f. m. part. νευσούμενος. (2.)


2. Νέω, heap up, ἔνησα, νένημαι or νένησμαι, [ἐνήσθην.] [Ion. νηέω, νήησα, νηῆσαι, &c.]


3. Νέω and νήθω, spin, νήσω, ἔνησα, ἐνήθην; [Ep. a. m. νήσαντο.]

Νίζω later νίπτω (νιβ-), wash, νίψω, ἔνιψα, νένιμμαι, [-ἐνίφθην;] νίψομαι, ἐνιψάμην. § 108, iv. (b), N. 2. (4.)

Νίσσομαι (νιτ-), go, fut. νίσομαι (sometimes νίσσομαι). Poetic. (4.)

Νοέω, think, perceive, νοήσω, &c., regular in Attic. [Ion. ἔνωσα, -νένωκα, νένωμαι.] (7.)

Νομίζω (νομιδ-), believe, fut. νομιῶ [νομίσω late], aor. ἐνόμισα, pf. νενόμικα, νενόμισμαι, aor. p. ἐνομίσθην, fut. p. νομισθήσομαι. (4.)

Ξ

Ξέω, scrape, [aor. ἔξεσα and ξέσσα, chiefly Epic], ἔξεσμαι. § 109, 2.

Ξηραίνω (ξηραν-), dry, ξηρανῶ, ἐξήρανα [Ion. -ηνα], ἐξήρασμαι and ἐξήραμμαι, ἐξηράνθην. (4.)

Ξύω, polish, ἔξυσα, ἔξυσμαι, ἐξύσθην; aor. m. ἐξυσάμην. § 109, 2.

Ο

Ὁδοποιέω, make a way, regular; but pf. ὡδοπεποίηκα (ὡδοπεποιημένη). So sometimes ὁδοιπορέω, travel.

(Ὀδυ-), be angry, stem with only [Hom. ὠδυσάμην, ὀδώδυσμαι].

Ὄζω (ὀδ-), smell, (ε-) ὀζήσω [Ion. ὀξέω], ὤζησα [Ion. ὤξεσα], 2 p. ὄδωδα (late), [plp. ὀδώδειν Hom.] (4.)

Οἴγνυμι and οἴγω, open, οἴξω, ᾧξα [Ep. also ὤϊξα], -ἔῳγμαι, a. p. part. οἰχθείς; fut. pf. ἀν-εῴξεται. See ἀν-οίγνυμι. (II.)

Οἰδέω and οἰδάνω, swell, [οἰδήσω (Ion.),] ᾤδησα, ᾤδηκα.

Οἰνοχοέω, pour wine, οἰνοχοήσω, οἰνοχόησα (Epic and Lyric). Impf. 3 p. οἰνοχόει, ᾠνοχόει, ἐῳνοχόει.

Οἴομαι, think, in prose generally οἶμαι and ᾤμην in 1 per. s.; (ε-) οἰήσομαι, ᾠήθην. [Ep. act. οἴω (only 1 sing.), often ὀΐω; ὀΐομαι, ὀϊσάμην, ὠΐσθην.]

Οἴχομαι, be gone, (ε-) οἰχήσομαι, οἴχωκα or ᾤχωκα (with irreg. ω for η), § 109, 3, Note; [Ion. οἴχημαι or ᾠχήμαι, doubtful in Attic].

Ὀκέλλω (ὀκελ-), run ashore, aor. ὤκειλα. Prose form of κέλλω. (4.)

Ὀλισθάνω, rarely ὀλισθαίνω (ὀλισθ-), slip, [Ion. ὠλίσθησα, ὠλίσθηκα]; 2 a. ὤλισθον. (5.)

Ὄλλυμι (probably for ὀλ-νυ-μι) rarely ὀλλύω (ὀλ-), destroy, lose, f. ὀλῶ [ὀλέσω, ὀλέω], ὤλεσα, -ὀλώλεκα; 2 p. ὄλωλα, perish, 2 plpf. ὀλώλειν (§ 102, Note 2). Mid. ὄλλυμαι, perish, ὀλοῦμαι, 2 a. ὠλόμην. In prose generally ἀπ-όλλυμι. § 108, v. 4, Note 2. (II.)

Ὄμνυμι and ὀμνύω (ὀμ-, ὀμο-), swear, f. ὀμοῦμαι, ὤμοσα, ὀμώμοκα, ὀμώμοσμαι (with ὀμώμοται), ὠμόθην and ὠμόσθην; ὀμοσθήσομαι, a. m. ὠμοσάμην. § 102, N. 2. (II.)

Ὀμόργνυμι (ὀμοργ-), wipe, ὀμόρξω, ὀμόρξομαι, ὥμορξα, ὠμορξάμην; ἀπ-ομορχθείς. Chiefly poetic. (II.)

Ὀνίνημι (ὀνα-), benefit, ὀνήσω, ὤνησα, ὠνήθην; ὀνήσομαι; 2 a. m. ὠνάμην or (rare) ὠνήμην. [Hom. imper. ὄνησο, pt. ὀνήμενος.] § 125, 2, N. 2. (I.)

[Ὄνομαι, insult, (inflected like δίδομαι); ὀνόσομαι, ὠνοσάμην (Epic also ὠνάμην), -ὠνόσθην. Ionic and poetic.] (I.)

Ὀξύνω (ὀξυν-), sharpen, -ὀξυνῶ, ὤξυνα, -ὤξυμμαι, -ὠξύνθην, [ὀξυνθήσομαι]. In prose only in compos. (4.)

Ὀπυίω (ὀπυ-), marry, fut. ὀπύσω. § 108, iv. 3, N. Pres. ὀπύω (doubtful).

Ὁράω (ὁρα-, ὀπ-), see, imperf. ἑώρων [Ion. ὥρων or ὥρεον;] ὄψομαι, ἑώρακα or ἑόρακα, ἑώραμαι or ὦμμαι, ὤφθην, ὀφθήσομαι; 2 p. ὄπωπα (Ion. and poet.). For 2 a. εἶδον, &c., see εἶδον. [Hom. pres. mid. 2 sing. ὅρηαι.] (8.)

Ὀργαίνω (ὀργαν-), be angry, aor. ὤργανα, enraged. Only in Tragedy. (4.)

Ὀρέγω, reach, ὀρέξω, ὤρεξα, [Ion. ὤρεγμαι, Hom. p. p. 3 plur. ὀρωρέχαται, plp. ὀρωρέχατο,] ὠρέχθην; ὀρέξομαι, ὠρεξάμην.

Ὄρνυμι (ὀρ-), raise, rouse, ὄρσω, ὦρσα, 2 p. ὄρωρα (as mid.); [Ep. 2 a. ὦρορον.] Mid. rise, rush, [f. ὀροῦμαι, p. ὀρώρεμαι,] 2 a. ὠρόμην [with ὦρτο, imper. ὄρσο, ὄρσεο, ὄρσευ, inf. ὦρθαι, part. ὄρμενος]. Poetic. (II.)

Ὀρύσσω or ὀρύττω (ὀρυγ-), dig, ὀρύξω, ὤρυξα, -ὀρώρυχα (rare), ὀρώρυγμαι (rarely ὤρυγμαι), ὠρύχθην; f. p. -ὀρυχθήσομαι, 2 f. ὀρυχήσομαι; [ὠρυξάμην, caused to dig, Hdt.] (4.)

Ὀσφραίνομαι (ὀσφρ-), smell, (ε-) ὀσφρήσομαι, ὠσφράνθην (rare), 2 a. m. ὠσφρόμην. § 108, v. N. 1. (5. 4.)

[Οὐτάζω, wound, οὐτάσω, οὔτασα, οὔτασμαι. Chiefly Epic.] (4.)

[Οὐτάω, wound, οὔτησα, οὐτήθην; 2 a. 3 sing. οὖτα, inf. οὐτάμεναι and οὐτάμεν; 2 a. mid. οὐτάμενος as pass. Epic.]

Ὀφείλω (ὀφελ-), § 108, iv. 2, N. 1 [Ep. reg. ὀφέλλω], owe, ought, (ε-) ὀφειλήσω, ὠφείλησα, (ὠφείληκα ?) a. p. pt. ὀφειληθείς; 2 a. ὤφελον, used in wishes (§ 251, 2, Note 1), O that! (4.)

Ὀφέλλω (ὀφελ-), increase, [aor. opt. ὀφέλλειε Hom.] Poetic, especially Epic. (4.)

Ὀφλισκάνω (ὀφλ-, ὀφλισκ-), be guilty, incur (a penalty), (ε-) ὀφλήσω, ὤφλησα (rare), ὤφληκα, ὤφλημαι; 2 a. ὦφλον (inf. and pt. sometimes ὄφλειν, ὄφλων). (6. 5.)

Π

Παίζω (παιδ-, παιγ-), sport, παίξομαι, ἔπαισα, πέπαικα (πέπαιχα later), πέπαισμαι. § 108, iv. (b), N. 1. (4.)

Παίω, strike, παίσω, poet. (ε-) παιήσω, ἔπαισα, πέπαικα, ἐπαίσθην.

Παλαίω, wrestle, παλαίσω, ἐπάλαισα, ἐπαλαίσθην. § 109, 2.

Πάλλω (παλ-), brandish, ἔπηλα, πέπαλμαι; [Hom. 2 a. ἀμπεπαλών, as if from πέπαλον; 2 a. m. ἔπαλτο and πάλτο.] (4.)

Παρανομέω, transgress law, augm. παρην- or παρεν-, παρανεν-. § 105, 1, Note 2.

Παροινέω, insult (as a drunken man), imp. ἐπαρῴνουν; παροινήσω, ἐπαρῴνησα, πεπαρῴνηκα, ἐπαρῳνήθην.

Πάσομαι, fut., shall acquire (no pres.), pf. πέπαμαι, ἐπασάμην. Poetic. Not to be confounded with πάσομαι, ἐπασάμην, &c., of πατέομαι.

Πάσσω or πάττω (§ 108, iv. 1, N.), sprinkle, πάσω, ἔπασα, ἐπάσθην. (4.)

Πάσχω (παθ-, πενθ-), suffer, πείσομαι (for πενθ-σομαι, § 16, 6, N. 1); 2 p. πέπονθα [Hom. πέποσθε and πεπαθυῖα]; 2 a. ἔπαθον. (8.)

Πατέομαι (πατ-), eat, πάσομαι (), ἐπασάμην; [Ep. plp. πεπάσμην.] Ionic and poetic. See πάσομαι. (7.)

Πείθω (πιθ-), persuade, πείσω, ἔπεισα, πέπεικα, πέπεισμαι, ἐπείσθην (§ 16), πεισθήσομαι; fut. m. πείσομαι; 2 p. πέποιθα, trust, [Ep. ἐπέπιθμεν, plp. for ἐπεποίθειμεν;] poet. 2 a. ἔπιθον and ἐπιθόμην [Ep. πέπιθον and πεπιθόμην]. [Epic (ε-) πιθήσω, πεπιθήσω, πιθήσας.] (2.)

Πεινάω, hunger, regular except in having η for α in contract forms, inf. πεινῆν [Epic πεινήμεναι], &c. See § 98, N. 2.

Πείρω (περ-), pierce, περῶ (?), ἔπειρα, πέπαρμαι, [-ἐπάρην]. Ionic and poetic. (4.)

Πεκτέω (πεκ-, πεκτ-), comb, Epic pres. πείκω; [Dor. fut. πεξῶ,] aor. ἔπεξα, ἐπεξάμην, ἐπέχθην. Poetic. (3. 7.)

Πελάζω (πελαδ-) and poet. πελάω (πελα-, πλα-), bring near, approach, pres. also πελάθω, approach; f. πελῶ (for πελάσω), ἐπέλασα, πέπλημαι, ἐπελάσθην and ἐπλάθην; ἐπελασάμην; [2 a. m. ἐπλήμην, approached.] (4.)

Πέλω and πέλομαι, be, imp. ἔπελον, ἐπελόμην [syncop. ἔπλε, ἔπλεο (ἔπλευ), ἔπλετο, for ἔπελε, &c.; so ἐπι-πλόμενος and περι-πλόμενος]. Poetic.

Πέμπω, send, πέμψω, ἔπεμψα, πέπομφα, πέπεμμαι (§ 97, N. 3, a), ἐπέμφθην, πεμφθήσομαι; πέμψομαι, ἐπεμψάμην. See pf. p. of πέσσω.

Πεπαίνω (πεπαν-), make soft, ἐπέπανα, ἐπεπάνθην, πεπανθήσομαι. (4.)

Πέρδομαι, Lat. pedo, 2 fut. (pass. ?) -παρδήσομαι, 2 p. πέπορδα, 2 a. -ἔπαρδον.

Πέρθω, destroy, sack, πέρσω [πέρσομαι (as pass.) Hom.], ἔπερσα, [Ep. 2 a. (w. πραθ- for περθ-) ἔπραθον, ἐπραθόμην (as pass.) with inf. πέρθαι.] § 109, 7 (a). Poetic.

Πέρνημι, mid. πέρναμαι: poetic for πιπράσκω. (I.)

Πέσσω or πέττω (πεπ-), cook, πέψω, ἔπεψα, πέπεμμαι (§ 97, N. 3, a; cf. πέμπω), ἐπέφθην. § 108, iv. 1, N. (4.)

Πετάννυμι (πετα-), expand, πετάσω (πετῶ), ἐπέτασα, πέπταμαι (πεπέτασμαι late), ἐπετάσθην. (II.)

Πέτομαι (πετ-, πτ-), fly, (ε-) πτήσομαι (poet. πετήσομαι); 2 a. m. ἐπτόμην. To ἵπταμαι (rare) belong 2 a. ἔπτην (poet.) and ἐπτάμην. The forms πεπότημαι and ἐποτήθην (Dor. -ᾱμαι, -ᾱθην) belong to ποτάομαι.

Πεύθομαι (πυθ-): see πυνθάνομαι. (2.)

Πήγνυμι (παγ-), fix, freeze, πήξω, ἔπηξα, ἐπήχθην (rare and poet.); 2 a. p. ἐπάγην, 2 f. p. παγήσομαι; 2 p. πέπηγα, be fixed; [Ep. 2 a. m. κατ-έπηκτο;] πήγνυτο (doubtful) pr. opt. for πηγνύοιτο (Plat.); [πήξομαι, ἐπηξάμην.] (II.)

[Πιλνάμαι, approach, pres. and impf. Epic.] (I.)

Πίμπλημι (πλα-), fill, πλήσω, ἔπλησα, -πέπληκα, πέπλησμαι, ἐπλήσθην, πλησθήσομαι; a. m. ἐπλησάμην (trans.); [Ep. 2 a. m. ἐπλήμην.] § 125, 2. (I.)

Πίμπρημι (πρα-), burn, πρήσω, ἔπρησα, πέπρημαι and πέπρησμαι, ἐπρήσθην; [Ion. f. πρήσομαι, fut. pf. πεπρήσομαι.] § 125, 2. Cf. πρήθω, blow. (I.)

Πινύσκω (πνυ-), make wise, [Hom. aor. ἐπίνυσσα;] chiefly Epic. See πνέω. (6.)

Πίνω (πι-, πο-), drink, fut. πίομαι (πιοῦμαι rare); πέπωκα, πέπομαι, ἐπόθην, ποθήσομαι; 2 a. ἔπιον. (8.)

Πιπίσκω (πι-), give to drink, πίσω, ἔπισα. Ionic and poetic. See πίνω. (6.)

Πιπράσκω (περα-, πρα-), sell, [Ep. περάσω, ἐπέρασα,] πέπρακα, πέπραμαι [Hom. πεπερημένος], ἐπράθην [Ion. -ημαι, -ήθην]; fut. pf. πεπράσομαι. The Attic uses ἀποδώσομαι and ἀπεδόμην in fut. and aor. (6.)

Πίπτω (πετ-, πτο-) for πι-πετ-ω, fall, f. πεσοῦμαι [Ion. πεσέομαι]; p. πέπτωκα, part. πεπτώς [Ep. πεπτηώς or -εώς]; 2 a. ἔπεσον [Dor. ἔπετον]. (8.)

[Πίτνημι, spread, pres. and impf. act. and mid. Epic and Lyric. See πετάννυμι.] (I.)

Πλάζω (πλαγγ-), cause to wander, ἔπλαγξα. Pass. and mid. πλάζομαι, wander, πλάγξομαι, will wander, ἐπλάγχθην, wandered. Ionic and poetic. (4.)

Πλάσσω (πλατ-?), form, [πλάσω Ion.], ἔπλασα, πέπλασμαι, ἐπλάσθην; ἐπλασάμην. § 108, iv. 1, N. (4.)

Πλέκω, plait, knit, πλέξω, ἔπλεξα, [πέπλεχα or πέπλοχα Ion. (rare)], πέπλεγμαι, ἐπλέχθην, πλεχθήσομαι; 2 a. p. -ἐπλάκην; a. m. ἐπλεξάμην.

Πλέω (πλυ-), sail, πλεύσομαι or πλευσοῦμαι, ἔπλευσα, πέπλευκα, πέπλευσμαι, ἐπλεύσθην (later). [Ion. and poet. πλώω, πλώσομαι, ἔπλωσα, πέπλωκα, Ep. 2 aor. ἔπλων.] (2.)

Πλήσσω or πλήττω (πληγ-), strike, πλήξω, ἔπληξα, πέπληγμαι, ἐπλήχθην (rare); 2 p. πέπληγα (rare); 2 a. p. ἐπλήγην (in comp. -ἐπλάγην); 2 f. pass. πληγήσομαι and -πλαγήσομαι; fut. pf. πεπλήξομαι; [Ep. 2 a. πέπληγον (or ἐπέπλ-), πεπληγόμην; Ion. a. m. ἐπληξάμην.] § 110, vii. N. 2. (2. 4.)

Πλύνω (πλυν-), wash, πλυνῶ, ἔπλυνα, πέπλυμαι, ἐπλύθην; [fut. m. (as pass.) πλυνοῦμαι, a. ἐπλυνάμην.] § 109, 6. (4.)

Πνέω (πνυ-), blow, breathe, πνεύσομαι and πνευσοῦμαι, ἔπνευσα, -πέπνευκα, [Ep. πέπνυμαι, be wise, pt. πεπνυμένος, wise, plpf. πέπνυσο.] [Ep. 2 aor. ἄμ-πνυε, ἄμ-πνυτο, a. p. ἀμ-πνύνθην;] see ἄμπνυε. See πινύσκω. (2.)

Πνίγω (πνιγ-), choke, -πνίξω [later -πνίξομαι, Dor. πνιξοῦμαι], ἔπνιξα, πέπνιγμαι, ἐπνίγην, πνιγήσομαι. (2.)

Ποθέω, desire, ποθήσω, ποθήσομαι, ἐπόθησα; and ποθέσομαι, ἐπόθεσα. § 109, 1, N. 2 (b).

(Πορ-, προ-), give, allot, stem whence 2 a. ἔπορον (poet.), p. p. πέπρωμαι, chiefly impers., πέπρωται, it is fated (with πεπρωμένη, Fate). See μείρομαι.

Πράσσω or πράττω (πραγ-), do, πράξω, ἔπραξα, πέπραχα, πέπραγμαι, ἐπράχθην, πραχθήσομαι; fut. pf. πεπράξομαι; 2 p. πέπραγα, have fared (well or ill); mid. f. πράξομαι, a. ἐπραξάμην. (4.)

[Πρήσσω (πρηγ-), do, πρήξω, ἔπρηξα, πέπρηχα, πέπρηγμαι, ἐπρήχθην; πέπρηγα; πρήξομαι, ἐπρηξάμην.] Ionic for πράσσω. (4.)

(πρια-), buy, stem, with only 2 aor. ἐπριάμην, inflected throughout in § 123.

Πρίω, saw, ἔπρισα, πέπρισμαι, ἐπρίσθην. § 109, 2.

Πτάρνυμαι (πταρ-), sneeze; [f. πταρῶ;] 2 aor. ἔπταρον, [ἐπταρόμην], (ἐπτάρην) πταρείς. (II.)

Πτήσσω (πτακ-, πτηκ-), cower, ἔπτηξα, ἔπτηχα. From stem πτακ-, poet. 2 a. (-ἔπτακον) καταπτακών. [From stem πτᾱ-, Ep. 2 a. καταπτήτην, dual; 2 pf. pt. πεπτηώς.] (4. 2.)

Πτίσσω (§ 108, iv. 1, N.), pound, [ἔπτισα, ἔπτισμαι.] (4.)

Πτύσσω (πτυγ-), fold, πτύξω, ἔπτυξα, ἔπτυγμαι, -ἐπτύχθην; πτύξομαι, ἐπτυξάμην. (4.)

Πυνθάνομαι, poetic πεύθομαι (πυθ-), hear, enquire, fut. πεύσομαι [Dor. πευσοῦμαι], pf. πέπυσμαι; 2 a. ἐπυθόμην. (5. 2.)

Ρ

Ῥαίνω (ῥα-, ῥαν-), sprinkle, ῥανῶ, ἔρρανα, ἔρρασμαι, (ἐρράνθην) ῥανθείς. [From stem ῥα- (cf. βαίνω), Ep. aor. ἔρασσα, pf. p. ἐρράδαται, plpf. ἐρράδατο, § 119, 3.] See § 108, v. N. 1. Ionic and poetic. (5. 4.)

[Ῥαίω, strike, ῥαίσω, ἔρραισα,] ἐρραίσθην; [fut. m. (as pass.) -ῥαίσομαι.] Poetic, chiefly Epic.

Ῥάπτω (ῥαφ-), stitch, ῥάψω, ἔρραψα, ἔρραμμαι; 2 a. p. ἐρράφην; a. m. ἐρραψάμην. (3.)

Ῥάσσω or ῥάττω (ῥαγ-), throw down, ῥάξω, ἔρραξα, -ἐρράχθην. (4.)

Ῥέζω (ῥεγ-), for ἔρδω, do, ῥέξω, ἔρεξα (rarely ἔρρεξα); [Ion. a. p. ῥεχθείη, ῥεχθείς.] (4.)

Ῥέω (ῥυ-), flow, ῥεύσομαι, ἔρρευσα, (ε-) ἐρρύηκα; 2 a. p. ἐρρύην; ῥυήσομαι. § 108, ii., Note. (2.)

(Ῥε-), stem of εἴρηκα, εἴρημαι, ἐρρήθην (ἐρρέθην), ῥηθήσομαι, εἰρήσομαι. See εἶπον.)

Ῥήγνυμι (ῥαγ-, ῥηγ-), poet. ῥήσσω, break; ῥήξω, ἔρρηξα, [-ἔρρηγμαι rare, ἐρρήχθην rare;] 2 a. p. ἐρράγην; ῥαγήσομαι; 2 p. ἔρρωγα, be broken (§ 109, 3, N. 1), [ῥήξομαι, ἐρρηξάμην.] (2. II.)

Ῥιγέω (ῥιγ-), shudder, [ῥιγήσω,] ἐρρίγησα, [2 p. ἔρριγα (as pres.)] Poetic, chiefly Epic. [7.]

Ῥιγόω, shiver, ῥιγώσω, ἐρρίγωσα; inf. ῥιγῶν or ῥιγοῦν, § 98, Note 3.

Ῥίπτω (ῥιφ-), throw, ῥίψω, ἔρριψα (poet. ἔριψα), ἔρριφα, ἔρριμμαι [poet. ῥέρριμμαι, Hom. plp. ἐρέριπτο], ἐρρίφθην, ῥιφθήσομαι; 2 a. p. ἐρρίφην. Pres. also ῥιπτέω. (3.)

Ῥύομαι (ῥυ-), defend, ῥύσομαι, ἐρρυσάμην. [Epic, inf. ῥῦσθαι for ῥύεσθαι; impf. 3 pers. ἔρρυτο and pl. ῥύατο. § 119, 3.] Poetic. See ἐρύω.

Ῥυπάω, be foul, [Epic ῥυπόω; Ion. pf. pt. ῥερυπωμένος].

Ῥώννυμι (ῥω-), strengthen, ἔρρωσα, ἔρρωμαι (imper. ἔρρωσο, farewell), ἐρρώσθην. (II.)

Σ

Σαίρω (σαρ-), sweep, aor. pt. σήρας; 2 p. σέσηρα, grin, esp. in part. σεσηρώς [Dor. σεσαρώς]. (4.)

Σαλπίζω (σαλπιγγ-), sound a trumpet, aor. ἐσάλπιγξα. (4.)

[Σαόω, save, σαώσω, ἐσάωσα, ἐσαώθην, σαώσομαι; imperf. 3 sing. σάω (for ἐσάω) as if from Aeol. σάωμι; imperat. σάω (for σάου). Epic.]

Σβέννυμι (σβε-), extinguish, σβέσω, ἔσβεσα, -έσβηκα, ἔσβεσμαι, ἐσβέσθην; 2 a. ἔσβην; -σβήσομαι. (II.)

Σέβω, reverence, [imp. ἔσεβον late], aor. p. ἐσέφθην, w. part. σεφθείς, awe-struck.

Σείω, shake, σείσω, ἔσεισα, σέσεικα, σέσεισμαι, ἐσείσθην; a. m. ἐσεισάμην; [Ep. imp. ἐσσείοντο].

Σεύω (συ-), move, urge, [a. ἔσσευα, ἐσσευάμην;] ἔσσυμαι, ἐσσύθην or ἐσύθην; 2 a. m. ἐσσύμην (with ἔσυτο, σύτο, σύμενος). Poetic. (2.)

Σημαίνω (σημαν-), show, σημανῶ, ἐσήμηνα (sometimes ἐσήμαινα), σεσήμασμαι, ἐσημάνθην, σημανθήσομαι; mid. σημανοῦμαι, ἐσημηνάμην. (4.)

Σήπω (σαπ-, σηπ-), rot, σήψω, 2 p. σέσηπα (as pres.); σέσημμαι; 2 a. p. ἐσάπην, f. σαπήσομαι. (2.)

Σκάπτω (σκαφ-), dig, σκάψω, ἔσκαψα, ἔσκαφα, ἔσκαμμαι, 2 aor. p. ἐσκάφην. (3.)

Σκεδάννυμι (σκεδα-), scatter, f. σκεδῶ [σκεδάσω], ἐσκέδασα, (ἐσκέδασμαι) ἐσκεδασμένος, ἐσκεδάσθην; ἐσκεδασάμην. (II.)

Σκέλλω (σκελ-, σκλε-), dry up, [Ep. a. ἔσκηλα,] ἔσκληκα; 2 a. ἔσκλην (ἀπο-σκλῆναι). (4.)

Σκέπτομαι (σκεπ-), view, σκέψομαι, ἐσκεψάμην, ἔσκεμμαι, fut. pf. ἐσκέψομαι, [ἐσκέφθην, Ion.]. For pres. and impf. the better Attic writers use σκοπῶ, σκοποῦμαι, &c. (see σκοπέω). (3.)

Σκήπτω (σκηπ-), prop, -σκήψω, ἔσκηψα, -ἔσκημμαι, ἐσκήφθην; σκήψομαι, ἐσκηψάμην. (3.)

Σκίδνημι, mid. σκίδναμαι, scatter, chiefly poetic for σκεδάννυμι. (I.)

Σκοπέω, view, in better Attic writers only pres. and impf. act. and mid. For the other tenses σκέψομαι, ἐσκεψάμην, and ἔσκεμμαι of σκέπτομαι are used. See σκέπτομαι.

Σκώπτω (σκωπ-), jeer, σκώψομαι, ἔσκωψα, ἐσκώφθην. (3.)

Σμάω, smear, with η for α in contracted forms (§ 98, N. 2), σμῇ for σμᾷ, &c. [Ion. σμέω and σμήχω], aor. p. δια-σμηχθείς (Aristoph.).

Σπάω, draw, σπάσω (), ἔσπασα, ἔσπακα, ἔσπασμαι, ἐσπάσθην, σπασθήσομαι; σπάσομαι, ἐσπασάμην. § 109, 1, N. 2; § 109, 2.

Σπείρω (σπερ-), sow, σπερῶ, ἔσπειρα, ἔσπαρμαι; 2 a. p. ἐσπάρην. (4.)

Σπένδω, pour a libation, σπείσω, ἔσπεισα, ἔσπεισμαι; σπείσομαι, ἐσπεισάμην. § 16, 3 and 6.

Στείβω (στιβ-), tread, -ἔστειψα, (ε-) ἐστίβημαι (§ 108, ii. Note). Poetic. (2.)

Στείχω (στιχ-), go, [-ἔστειξα, 2 a. ἔστιχον.] Poetic and Ion. (2.)

Στέλλω (στελ-), send, στελῶ [στελέω], ἔστειλα, ἔσταλκα, ἔσταλμαι; 2 a. p. ἐστάλην; -σταλήσομαι; a. m. ἐστειλάμην. § 109, 4. (4.)

Στενάζω (στεναγ-), groan, στενάξω, ἐστέναξα. (4.)

Στέργω, love, στέρξω, ἔστερξα; 2 p. ἔστοργα. § 109, 3.

Στερέω, deprive, also στερίσκω; στερήσω, ἐστέρησα [Epic ἐστέρεσα], ἐστέρηκα, ἐστέρημαι, ἐστερήθην, στερηθήσομαι; 2 aor. p. ἐστέρην, 2 fut. (pass. or mid.) στερήσομαι.

[Στεῦμαι, pledge one's self; 3 pers. pres. στεῦται, impf. στεῦτο. Poetic, chiefly Epic.]

Στίζω (στιγ-), prick, στίξω, ἔστιξα, ἔστιγμαι. (4.)

Στορέννυμι or στόρνυμι (στορε-), στορῶ (for στορέσω), ἐστόρεσα, [ἐστορέσθην], ἐστορεσάμην. (II.)

Στρέφω, turn, στρέψω, ἔστρεψα, ἔστραμμαι, ἐστρέφθην (rare in prose) [Ion. ἐστράφθην]; 2 pf. ἔστροφα [rare]; 2 a. p. ἐστράφην, f. στραφήσομαι; mid. στρέψομαι, ἐστρεψάμην. § 109, 4, N. 1.

Στρώννυμι (στρω-), same as στορέννυμι; στρώσω, ἔστρωσα, ἔστρωμαι, ἐστρώθην. (II.)

Στυγέω (στυγ-), dread, hate, ἐστύγησα [ἔστυξα], [ἐστύγηκα,] ἐστυγήθην; 2 f. p. στυγήσομαι; [Ep. 2 a. ἔστυγον.] Ionic and poetic. (7.)

[Στυφελίζω (στυφελιγγ-), dash, aor. ἐστυφέλιξα. Epic.] (4.)

Σύρω (συρ-), draw, [fut. συρῶ late,] aor. ἔσυρα, ἐσυράμην. (4.)

Σφάζω (σφαγ-), slay, Att. prose gen. σφάττω; σφάξω, ἔσφαξα, ἔσφαγμαι, [ἐσφάχθην (rare)]; 2 aor. p. ἐσφάγην, fut. σφαγήσομαι; aor. mid. -ἐσφαξάμην. (4.)

Σφάλλω (σφαλ-), trip, deceive, σφαλῶ, ἔσφηλα, ἔσφαλμαι; 2 a. p. ἐσφάλην, f. σφαλήσομαι; fut. m. σφαλοῦμαι. (4.)

Σώζω (σωδ-), save, [also Ep. σώω, w. subj. σόῃς, σόῃ, &c.]; σώσω, ἔσωσα, σέσωκα, σέσωσμαι (or -σῳμαι), ἐσώθην, σωθήσομαι; σώσομαι, ἐσωσάμην. (4.)

Τ

(τα-), take, stem with Hom. imperat. τῆ.

[(ταγ-), seize, stem with Hom. 2 a. pt. τεταγών.] Cf. Lat. tango.

[Τανύω, stretch, τανύσω, ἐτάνυσα, τετάνυσμαι, ἐτανύσθην; aor. m. ἐτανυσσάμην. § 109, 2. Epic form of τείνω.]

Ταράσσω (ταραχ-), disturb, ταράξω, ἐτάραξα, τετάραγμαι, ἐταράχθην, ταραχθήσομαι; ταράξομαι; [Ep. pf. (τέτρηχα) τετρηχώς, disturbed; plp. τετρήχει.] (4.)

Τάσσω (ταγ-), arrange, τάξω, ἔταξα, τέταχα, τέταγμαι, ἐτάχθην, ταχθήσομαι; τάξομαι, ἐταξάμην; 2 a. p. ἐτάγην; fut. pf. τετάξομαι. (4.)

Τείνω (τεν-), stretch, τενῶ, ἔτεινα, τέτακα, τέταμαι, ἐτάθην, ταθήσομαι; τενοῦμαι, ἐτεινάμην. § 109, 6. (4.)

Τελέω, finish, (τελέσω) τελῶ, ἐτέλεσα, τετέλεκα, τετέλεσμαι, ἐτελέσθην; fut. m. [τελέομαι] τελοῦμαι, a. m. ἐτελεσάμην. § 109, 2.

Τέλλω (τελ-), cause to rise, rise, aor. ἔτειλα; [plpf. p. ἐτέταλτο.] In compos. -τέταλμαι, -ἐτειλάμην. § 109, 4. (4.)

[(Τεμ-), find, stem with only Hom. redupl. 2 a. τέτμον or ἔτετμον.]

Τέμνω (τεμ-, τμε-) [Ion. τάμνω, Hom. once τέμω], cut, f. τεμῶ, τέτμηκα, τέτμημαι, ἐτμήθην, τμηθήσομαι; 2 a. ἔτεμον, ἐτεμόμην (or ἐτάμ-); fut. m. -τεμοῦμαι; fut. pf. τετμήσομαι. See τμήγω. (5.)

Τέρπω, amuse, τέρψω, ἔτερψα, ἐτέρφθην [Ep. ἐτάρφθην, 2 a. p. ἐτάρπην (with subj. τραπείω), 2 a. m. (τ)ἐταρπόμην]; fut. m. τέρψομαι (poet.), [a. ἐτερψάμην Epic.] § 109, 4, N. 1.

[Τέρσομαι, become dry, 2 a. p. ἐτέρσην. Chiefly Epic. Fut. act. τέρσω in Theoc.]

[Τετίημαι, Hom. perf.; generally in part. τετιημένος, with τετιηώς, both passive, dejected, troubled.]

[Τέτμον or ἔτετμον (Hom.), found, for τε-τεμ-ον.] See (τεμ-).

Τετραίνω (τετραν-), bore, late pres. τιτραίνω and τιτράω; [fut. -τετρανέω Ion., aor. ἐτέτρηνα,] -ἐτετρηνάμην. From stem (τρα-), aor. ἔτρησα, pf. p. τέτρημαι. § 108, v. N. 1; § 109, 7 (c). (5. 4.)

Τεύχω (τυχ-), prepare, make, τεύξω, ἔτευξα, [Ep. τέτευχα as pass.,] τέτυγμαι [Ep. τέτευγμαι, ἐτύχθην (Ion. ἐτεύχθην); fut. pf. τετεύξομαι;] f. m. τεύξομαι, [a. ἐτευξάμην.] [Epic 2 a. (τυκ-) τετυκεῖν, τετυκόμην.] Poetic. (2.)

Τήκω (τακ-), melt, [Dor. τάκω], τήξω, ἔτηξα, ἐτήχθην (rare); 2 a. p. ἐτάκην; 2 p. τέτηκα (as mid.). (2.)

Τίθημι (θε-), put; for inflection and synopsis, see § 123. (I.)

Τίκτω (τεκ-), beget, bring forth, τέξομαι (poet. also τέξω, rarely τεκοῦμαι), ἔτεξα (rare), ἐτέχθην (rare); 2 p. τέτοκα; 2 a. ἔτεκον, ἐτεκόμην. See § 108, iii. (end). (3.)

Τίνω (τι-), with , pay, τίσω, ἔτισα, τέτικα, -τέτισμαι, -ἐτίσθην. (5.)

[Τιταίνω (τιταν-), stretch, aor. (ἐτίτηνα) τιτήνας. Epic for τείνω.] (4.)

[Τιτράω, bore, late present.] See τετραίνω.

Τιτρώσκω (τρο-), wound, τρώσω, ἔτρωσα, τέτρωμαι, ἐτρώθην, τρωθήσομαι; [fut. m. τρώσομαι Hom.] (6.)

Τλάω, bear, dare, syncop. for (ταλα-ω), pres. not classic; f. τλήσομαι, [Ep. a. ἐτάλασσα,] p. τέτληκα [with Epic μι-forms (§ 125, 4) τέτλαμεν, τετλαίην, τέτλαθι, τετλάμεναι and τετλάμεν, τετληώς]; 2 a. ἔτλην [Dor. ἔτλαν]. Poetic.

[Τμήγω (τμαγ-), cut, poet. for τέμνω; τμήξω (rare), ἔτμηξα, 2 a. ἔτμαγον, ἐτμάγην (τμάγεν for ἐτμάγησαν).] (2.)

Τορέω (τορ-), pierce, pres. only in [Ep. ἀντι-τορεῦντα]; f. [τορήσω,] rarely τετορήσω, [a. ἐτόρησα, 2 a. ἔτορον.] (7.)

Τρέπω [Ion. τράπω], turn, τρέψω, ἔτρεψα, τέτροφα or τέτραφα, τέτραμμαι, ἐτρέφθην [Ion. ἐτράφθην]; f. m. τρέψομαι, a. m. ἐτρεψάμην; 2 a. [ἔτραπον Ep. and Lyr.], ἐτράπην, ἐτραπόμην. § 109, 3, N. 2, and 4 with Note 1. This verb has all the six aorists.

Τρέφω (τρεφ- for θρεφ-, § 17, 2, Note), nourish, θρέψω, ἔθρεψα, τέτροφα (late τέτραφα), τέθραμμαι (inf. τεθράφθαι), ἐθρέφθην (rare); 2 a. p. ἐτράφην; [Ep. 2 a. ἔτραφον as pass.]; f. m. θρέψομαι, a. m. ἐθρεψάμην. § 109, 3, N. 2; and 4 with N. 1.

Τρέχω (τρεχ- for θρεχ-, § 17, 2, Note; δραμ-), run, f. δραμοῦμαι (-θρέξομαι only in comedy), ἔθρεξα (rare), -δεδράμηκα, -δεδράμημαι; 2 p. -δέδρομα (poet.), 2 a. ἔδραμον. (8.)

Τρέω (tremble), aor. ἔτρεσα. Chiefly poetic.

Τρίβω (τριβ-), rub, τρίψω, ἔτριψα, τέτριφα, τέτριμμαι, ἐτρίφθην; 2 a. p. ἐτρίβην, fut. p. τριβήσομαι; fut. pf. τετρίψομαι; f. m. τρίψομαι, a. m. ἐτριψάμην. (2.)

Τρίζω (τριγ-), squeak, 2 p. τέτριγα as present. Ionic and poetic. (4.)

Τρύχω, exhaust, fut. [Ep. τρύξω] τρυχώσω (τρυχο-, § 109, 8, N.), a. ἐτρύχωσα, p. part. τετρυχωμένος, [a. p. ἐτρυχώθην Ion.].

Τρώγω (τραγ-), gnaw, τρώξομαι, [-ἔτρωξα, -τέτρωγμαι;] 2 a. ἔτραγον. § 108, ii. (end). (2.)

Τυγχάνω (τυχ-, τευχ-), hit, happen, τεύξομαι, [Ep. ἐτύχησα,] τετύχηκα or τέτευχα; 2 a. ἔτυχον. (5. 2.)

Τύπτω (τυπ-), strike, (ε-) τυπτήσω, ἔτυψα [ἐτύπτησα later], [τέτυμμαι Ion. and poet.]; 2 a. ἔτυπον (rare), ἐτύπην (poet.); τυπτήσομαι (as pass.); a. m. ἐτυψάμην. (3.)

Τύφω (τυφ- for θυφ-, § 17, 2, Note), raise smoke, smoke, τέθυμμαι, 2 a. p. -ἐτύφην, 2 f. p. -τυφήσομαι. (2.)

Archive correction

Report an error