Υ
Ὑπισχνέομαι Ion. and poet. ὑπίσχομαι (strengthened from ὑπέχομαι), promise, ὑποσχήσομαι, ὑπέσχημαι, (ὑπεσχέθην) once in ὑποσχέθητι (Plat.); 2 a. m. ὑπεσχόμην. See ἴσχω and ἔχω. (5.)
Ὑφαίνω (ὑφαν-), weave, ὑφανῶ, ὕφηνα, ὕφασμαι (§ 109, 6, N.), ὑφάνθην; aor. m. ὑφηνάμην. (4.)
Ὕω, rain, ὕσω, ὗσα, ὕσμαι, ὕσθην. [Hdt. ὕσομαι as pass.]
Φ
Φαίνω (φαν-), show, f. φανῶ [φανέω], a. ἔφηνα, πέφαγκα, πέφασμαι (§ 109, 6, N.), ἐφάνθην; 2 a. p. ἐφάνην, 2 f. φανήσομαι; 2 p. πέφηνα; f. m. φανοῦμαι, a. m. ἐφηνάμην (rare and poet.), showed, but ἀπ-εφηνάμην, declared; [Ep. iter. 2 aor. φάνεσκε, appeared.] For Epic πεφήσομαι, see φάω. See § 95; § 96; § 97, 4. (4.)
Φάσκω (φα-), say, only pres. and impf. See φημί. (6.)
Φάω, shine (pres. late), [Hom. imperf. φάε, fut. pf. πεφήσεται.]
Φείδομαι (φιδ-), spare, φείσομαι [Hom. πεφιδήσομαι], ἐφεισάμην, [Hom. 2 a. πεφιδόμην.] (2.)
(φεν-, φα-), kill, stems whence [Hom. πέφαμαι, πεφήσομαι; 2 a. redupl. πέφνον or ἔπεφνον, with part. πέφνων].
Φέρω (οἰ-, ἐνεκ-, ἐνεγκ- for ἐν-ενεκ-), bear, f. οἴσω, a. ἤνεγκα, p. ἐνήνοχα, ἐνήνεγμαι, a. p. ἠνέχθην; f. p. ἐνεχθήσομαι and οἰσθήσομαι; 2 a. ἤνεγκον; f. m. οἴσομαι (sometimes as pass.); a. m. ἠνεγκάμην, 2 a. m. ἠνεγκόμην (very rare), [Ion. ἤνεικα and -άμην, ἤνεικον, ἐνήνειγμαι, ἠνείχθην; Hdt. ἀν-οῖσαι or ἀν-ῶσαι, inf. from aor. ῶσα (late); Hom. aor. imper. οἷσε for οἶσον, pres. imper. φέρτε for φέρετε.] (8.)
Φεύγω (φυγ-), flee, φεύξομαι and φευξοῦμαι (§ 110, ii. N. 2), 2 p. πέφευγα (§ 109, 3); 2 a. ἔφυγον; [Hom. p. part. πεφυγμένος and πεφυζότες.] (2.)
Φημί (φα-), say, φήσω, ἔφησα; p. p. imper. πεφάσθω, part. πεφασμένος. Mid. [Dor. f. φάσομαι]. For other forms and inflection, see § 127. (I.)
Φθάνω (φθα-), anticipate, φθάσω and φθήσομαι, ἔφθασα, [ἔφθακα late;] 2 a. act. ἔφθην (like ἔστην), [Ep. 2 a. m. φθάμενος.] (5.)
Φθείρω (φθερ-), corrupt, f. φθερῶ [Ion. -φθερέω, Ep. φθέρσω], a. ἔφθειρα, p. ἔφθαρκα, ἔφθαρμαι; 2 a. p. ἐφθάρην, 2 f. p. φθαρήσομαι; 2 p. δι-έφθορα; f. m. φθεροῦμαι [Hdt. φθαρέομαι]. (4.)
Φθίνω [Ep. also φθίω], waste, decay, φθίσω, ἔφθισα, ἔφθιμαι, [ἐφθίθην; fut. m. φθίσομαι;] 2 a. m. ἐφθίμην [subj. φθίωμαι, opt. φθίμην for φθι-ί-μην, imper. 3 sing. φθίσθω, inf. φθίσθαι, part. φθίμενος. Attic ῑ, Epic ῐ; but always ῐ in ἔφθιμαι, ἐφθίθην, ἐφθίμην (except in contr. opt. φθίμην). Epic φθίω has generally ῑ. Chiefly poetic. The present is generally intransitive; the future and aorist active transitive. (5.)
Φιλέω (φιλ-), love, φιλήσω, &c. regular. [Ep. a. m. ἐφιλάμην; inf. pres. φιλήμεναι, from Aeolic φίλημι.] (7.)
Φλάω, bruise, [fut. φλάσω (Dor. φλασσῶ), aor. ἔφλασα, ἔφλασμαι, ἐφλάσθην.] See θλάω.
Φράγνυμι (φραγ-), fence, mid. φράγνυμαι; only in pres. and impf. See φράσσω. (II.)
Φράζω (φραδ-), tell, φράσω, ἔφρασα, πέφρακα, πέφρασμαι [Ep. pt. πεφραδμένος], ἐφράσθην (as mid.); [φράσομαι Ep.], ἐφρασάμην (chiefly Epic), [Ep. 2 a. πέφραδον or ἐπέφραδον.] (4.)
Φράσσω (φραγ-), fence, φράξω, ἔφραξα, πέφραγμαι, ἐφράχθην; ἐφραξάμην. See φράγνυμι. (4.)
Φρίσσω or φρίττω (φρικ-), shudder, φρίξω (late), ἔφριξα, πέφρικα. (4.)
Φρύγω (φρυγ-), roast, φρύξω, ἔφρυξα, πέφρυγμαι, [ἐφρύγην.] (2.)
Φυλάσσω (φυλακ-), guard, φυλάξω, ἐφύλαξα, πεφύλαχα, πεφύλαγμαι, ἐφυλάχθην; φυλάξομαι, ἐφυλαξάμην. (4.)
Φύρω, mix, [ἔφυρσα,] πέφυρμαι, ἐφύρθην; [fut. pf. πεφύρσομαι Pind.].
Φυράω, mix, is regular, φυράσω, &c.
Φύω (φυ-), produce, φύσω, ἔφυσα, πέφυκα, be (by nature), with 2 p. (πέφυα) § 125, 4 [Ep. πεφύασι, ἐμ-πεφύῃ, πεφυώς]; 2 a. ἔφυν, be, be born, (subj. φύω); 2 a. p. ἐφύην (subj. φυῶ); fut. m. φύσομαι.
Χ
Χάζω (χαδ-), yield, retire (pres. only in ἀνα-χάζω), [Ep. f. χάσομαι, a. -ἔχασσα (Pind.), a. m. ἐχασάμην (Epic, once in Xen. δια-χάσασθαι); 2 a. m. κεκαδόμην; fut. κεκαδήσω, will deprive (§ 110, iv. c, N. 2), 2 a. κέκαδον, deprived.] (4.)
Χαίρω (χαρ-), rejoice, (ε-) χαιρήσω, κεχάρηκα, κεχάρημαι and κέχαρμαι, 2 a. p. ἐχάρην, [Ep. a. m. χήρατο, 2 a. m. κεχαρόμην; 2 p. pt. κεχαρηώς; fut. pf. κεχαρήσω, κεχαρήσομαι (§ 110, iv. c, N. 2).] (4.)
Χαλάω, loosen, [χαλάσω Ion.,] ἐχάλασα [-αξα Pind.], ἐχαλάσθην. § 109, 2.
Χανδάνω (χαδ-), hold, 2 a. ἔχαδον. From stem (χενδ-), [Epic fut. χείσομαι (§ 16, 6, N. 1), 2 pf. κέχανδα.] (5.)
Χάσκω, later χαίνω (χαν-), gape, f. χανοῦμαι, 2 p. κέχηνα (as pres.), 2 a. ἔχανον. Ionic and poetic. (4.)
Χέζω (χεδ-), fut. χεσοῦμαι (rarely -χέσομαι), ἔχεσα, 2 p. -κέχοδα; 2 a. ἔχεσον; a. m. ἐχεσάμην; p. part. κεχεσμένος. (4.)
Χέω (χυ-), pour, f. χέω [Ep. χεύω], a. ἔχεα [Ep. ἔχευα], -κέχυκα, κέχυμαι, ἐχύθην, χυθήσομαι; a. m. ἐχεάμην, 2 a. m. ἐχύμην. § 108, ii. 2, N.; § 110, iii. 1, N. 2. (2.)
[(Χλαδ-), stem of 2 pf. part. κεχλαδώς, swelling, (Pind.).]
Χόω, heap up, χώσω, ἔχωσα, -κέχωκα, κέχωσμαι, ἐχώσθην, χωσθήσομαι. § 109, 2.
Χραισμέω (χραισμ-), avert, help, late in present; [Hom. χραισμήσω, ἐχραίσμησα; 2 a. ἔχραισμον]. (7.)
Χράομαι, use, (perhaps mid. of χράω); χρήσομαι, ἐχρησάμην, κέχρημαι, ἐχρήσθην; [fut. pf. κεχρήσομαι Theoc.]. For χρῆται [Hdt. χρᾶται], &c. see § 98, Note 2.
Χράω, give oracles, χρήσω, ἔχρησα, κέχρηκα, κέχρησμαι (-ῃμαι ?), ἐχρήσθην. Mid. consult an oracle, [χρήσομαι, ἐχρησάμην]. § 98, Note 2. For χρῇς and χρῇ = χρήζεις and χρήζει, see χρήζω.
Χρή (impers.), irreg. pres. for χρη-σι, there is need, (one) ought, must, subj. χρῇ, opt. χρείη, inf. χρῆναι, (poet. χρῆν); imperf. χρῆν or ἐχρῆν. Ἀπόχρη, it suffices, inf. ἀποχρῆν, imperf. ἀπέχρη, [Ion. ἀποχρᾷ, ἀποχρᾶν, ἀπέχρα;] ἀποχρήσει, ἀπέχρησε. (I.)
Χρήζω (χρῃδ-), Ion. χρηΐζω, want, ask, χρήσω [Ion. χρηΐσω], ἔχρῃσα, [Ion. ἐχρήϊσα]. Χρῇς and χρῇ (as if from χράω), occasionally have the meaning of χρήζεις, χρήζει. (4.)
Χρίω, anoint, sting, χρίσω, ἔχρισα, κέχρῖμαι (or -ίσμαι), ἐχρίσθην.
Χρώννυμι (χρω-), color, also χρώζω; κέχρωσμαι, ἐχρώσθην. (II.)
Ψ
Ψάω, rub, with η for ᾱ in contracted forms (§ 98, N. 2), ψῇ, ψῆν, ἔψη, &c.; gen. in compos., -ψήσω, -ἔψησα, -ψήσομαι, -ἐψησάμην.
Ψεύδω, deceive, ψεύσω, ἔψευσα, ἔψευσμαι, ἐψεύσθην, ψευσθήσομαι; ψεύσομαι, ἐψευσάμην. § 16, 1, 2, 3.
Ψύχω (ψυχ-), cool, ψύξω, ἔψυξα, ἔψυγμαι, ἐψύχθην, [ψυχθήσομαι Ion.]; 2 a. p. ἐψύχην or (generally later) ἐψύγην (stem ψυγ-). (2.)
Ω
Ὠθέω (ὠθ-), push, impf. gen. ἐώθουν (§ 104); ὤσω [poet. ὠθήσω], ἔωσα [Ion. ὦσα], ἔωσμαι [Ion. -ῶσμαι], ἐώσθην; ὠσθήσομαι; f. m. ὤσομαι, a. m. ἐωσάμην [Ion. ὠσάμην]. (7.)
Ὠνέομαι, buy, impf. ἐωνούμην (§ 104) or ὠνούμην; ὠνήσομαι, ἐώνημαι, ἐωνήθην. Classic writers use ἐπριάμην (§ 123) for later ὠνησάμην (or ἐωνησάμην).